Ξυλουργοί και σιδηρουργοί στην καθημερινή ζωή της κοινότητας
Η καθημερινή ζωή στο Ριζοκάρπασο ήταν στενά συνδεδεμένη με τις λαϊκές τέχνες και τους ανθρώπους που τις υπηρετούσαν. Σε μια κατά βάση αγροτική κοινωνία, οι τεχνίτες δεν κατασκεύαζαν απλώς χρηστικά αντικείμενα αλλά κάλυπταν ουσιαστικές ανάγκες των κατοίκων, υποστήριζαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία, εξόπλιζαν τα σπίτια και συνέβαλλαν στη διαμόρφωση του οικιστικού περιβάλλοντος της κοινότητας.
Ανάμεσα στις τέχνες που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στο Ριζοκάρπασο ξεχώριζαν η ξυλουργική και η σιδηρουργία. Οι ξυλουργοί και οι σιδηρουργοί, γνωστοί στην κυπριακή διάλεκτο και ως κωμοδρόμοι, διέθεταν γνώσεις που αποκτούνταν μέσα από μακρόχρονη μαθητεία και μεταδίδονταν συνήθως από τη μία γενιά στην άλλη. Με περιορισμένα μέσα, αλλά με δεξιοτεχνία, εμπειρία και υπομονή, μετέτρεπαν το ξύλο και το σίδερο σε εργαλεία απαραίτητα για την εργασία και τη ζωή των κατοίκων.
Η τέχνη του ξυλουργού
Η ξυλουργική αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες λαϊκές τέχνες του Ριζοκαρπάσου. Η ανάπτυξή της συνδεόταν άμεσα με τις ανάγκες μιας κοινότητας στην οποία η γεωργία και η κτηνοτροφία κατείχαν κεντρική θέση. Οι ξυλουργοί κατασκεύαζαν γεωργικά εργαλεία, εξαρτήματα για τα ζώα, άμαξες, οικιακά αντικείμενα, έπιπλα και ξύλινα μέρη οικοδομών.
Μεταξύ των σημαντικότερων κατασκευών τους περιλαμβάνονταν τα ξύλινα αλέτρια, οι ζυγοί, οι λουκάνες ή δουκάνες ή βουκάνες και διάφορα άλλα εργαλεία που χρησιμοποιούνταν στο όργωμα, στη μεταφορά και στο αλώνισμα. Οι ζυγοί τοποθετούνταν στα βόδια, ώστε τα ζώα να μπορούν να σύρουν το αλέτρι ή το κάρο. Η κατασκευή τους απαιτούσε ιδιαίτερη ακρίβεια, καθώς έπρεπε να προσαρμόζονται στο μέγεθος και στον λαιμό των ζώων χωρίς να τα τραυματίζουν.
Οι λουκάνες χρησιμοποιούνταν στο αλώνισμα των δημητριακών (σιταριού, κριθαριού, βρώμη, ροβιού, λουβάνας κ.ά. ). Στο κάτω μέρος τους υπήρχαν περίπου 500 τρύπες λέγονταν δρούμπιες ή γρούμπιες εκεί τοποθετούνταν τα αθκιάτζια, μικρά κομμάτια από σκληρές πέτρες, οι οποίες έκοβαν τα στάχυα κατά την κίνησή τους πάνω στο αλώνι.
Οι αθκιακόπετρες είχαν άσπρο, καφέ ή κόκκινο χρώμα και εντοπίζονταν σε διάφορες τοποθεσίες του Ριζοκαρπάσου όπως οι «Κουκουφαγια», «Σκόπη», «Ποταμός του Κιτέρτση», τις επεξεργάζονταν τις έμπηγαν στις δρούμπιες και αξιοποιούσαν κυρίως πεύκο ως ξύλο από την περιοχή της Ελεούσας ή το αγόραζαν από το Βαρώσι. Η κατασκευή τους απαιτούσε γνώση τόσο της ξυλείας όσο και της χρήσης για την οποία προορίζονταν. Οι ξυλουργοί κατασκεύαζαν επίσης μύλους για το άλεσμα των δημητριακών, σαμάρια και άλλα αντικείμενα που εξυπηρετούσαν τις αγροτικές και μεταφορικές ανάγκες των κατοίκων.
Η εργασία του ξυλουργού δεν περιοριζόταν, ωστόσο, στον γεωργικό τομέα. Στα εργαστήρια του Ριζοκαρπάσου κατασκευάζονταν τραπέζια, καρέκλες, σεντούκια, ερμάρια, γαμήλια κρεβάτια, κούνιες και άλλα αντικείμενα οικιακής χρήσης. Πολλά από αυτά συνόδευαν μια οικογένεια για δεκαετίες και μεταβιβάζονταν από τη μία γενιά στην άλλη.
| Πίνακας 1: Γεωργικά – Οικιακά είδη | |
|---|---|
| Γεωργικά Είδη | Οικιακά Είδη |
| Ξυλάλετρα | Τραπεζαρίες |
| Ζυγοί του ζευκαρκού | Γούφες (αργαλειό), δουλάπια |
| Ζυγοί του περβολισμού | Παραστατοί, Πορτοπαράθυρα |
| Ζυγοί της καρρέττας | Μύλους |
| Καρέττες – ή βούμαξαΤαβλαρκάν, αξονίν, ρουάνιν, βρουντέλλες | Αλακάτια, Αλέτρια |
| Λουκάνες ή Δουκάνες ή Βουκάνες | Τάβλες (ξύλινες κλίνες) |
| Σκάφες, Γουπποσάνια | |
| Πηγή: Προφορικές Μαρτυρίες Χριστάκη Αλεξάνδρου, Κώστα Ραουνά (Παπλά), Ανδρούλας Χατσιαναστάση, Ανδρέα Μέντζη και Ανδρέα Στεφανή |
Ιδιαίτερη σημασία είχαν τα σεντούκια, μέσα στα οποία οι οικογένειες φύλαγαν ενδύματα, υφαντά, προικιά και πολύτιμα προσωπικά αντικείμενα. Τα γαμήλια κρεβάτια συνδέονταν με τη δημιουργία ενός νέου νοικοκυριού και αποτελούσαν σημαντικό μέρος της οικοσκευής του ζευγαριού. Ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, ορισμένα έπιπλα έφεραν διακοσμητικά στοιχεία και ξυλόγλυπτες λεπτομέρειες.
Η εργασία γινόταν κυρίως με χειροκίνητα εργαλεία. Πριόνια, πλάνες, σφυριά, σκεπάρνια, τρυπάνια και σμίλες αποτελούσαν τον βασικό εξοπλισμό του εργαστηρίου. Η ποιότητα του τελικού αποτελέσματος εξαρτιόταν από την ακρίβεια του τεχνίτη, τη γνώση των διαφορετικών ειδών ξύλου και την ικανότητά του να προσαρμόζει κάθε κατασκευή στις ανάγκες του πελάτη.
Ορισμένοι από αυτούς ειδικεύονταν στην κατασκευή γεωργικών εργαλείων, ξύλινων αλετριών, ζυγών, λουκανών και κάρων. Άλλοι κατασκεύαζαν έπιπλα ή αναλάμβαναν επισκευές αμαξών και άλλων ξύλινων κατασκευών. Τα εργαστήριά τους βρίσκονταν σε διαφορετικές ενορίες και τοποθεσίες του Ριζοκαρπάσου και της γειτονικής Αγίας Τριάδας, εξυπηρετώντας τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής.
Η τέχνη συνήθως περνούσε από τον πατέρα στον γιο ή σε κάποιο παραγιό δηλαδή μεταδιδόταν μέσω της μαθητείας. Ο νεότερος παρακολουθούσε τον μάστορα, τον βοηθούσε στις καθημερινές εργασίες και μάθαινε σταδιακά να επιλέγει το κατάλληλο ξύλο, να χειρίζεται τα εργαλεία και να συναρμολογεί τα διαφορετικά μέρη μιας κατασκευής. Η μαθητεία μπορούσε να διαρκέσει χρόνια, μέχρι ο νέος τεχνίτης να αποκτήσει την εμπειρία και την αυτοπεποίθηση που απαιτούνταν για να δημιουργήσει το δικό του εργαστήριο.
| Πίνακας 2: Ξυλουργοί της Κοινότητας |
|---|
| Χρυσόστομος Χατζηκωνσταντή, |
| Νικόλας Π. Κολατσής |
| Χρυσόστομος Λαζαρή |
| Νικόλας Χρ. Ραουνάς |
| Πολύκαρπος Αικατερίνης (Πάππης) |
| Χριστόδουλος Ι. Νάσης |
| Νικόλας Αρβανίτης |
| Χριστόδουλος Ι. Νάσαρης |
| Αναστάσης Ανδρονίκου |
| Ιωσήφ Μαυρογένης (Γκύφος) |
| Παναγής Μαυρογένης |
| Μελής Τζιαούρης |
| Λευτέρης Κοτσιεκκάς |
| Αναστάσης Ανδρονικού (καταγόταν από Λεονάρισσο γαμπρός στο Ριζοκάρπασον) |
| Ζαχαρίας Λεβέντης (Μιμμής) – ξυλουργός- πελεκάνος. |
| Πηγή: Προφορικές Μαρτυρίες Χριστάκη Αλεξάνδρου, Κώστα Ραουνά (Παπλά), Ανδρούλας Χατσιαναστάση, Ανδρέα Μέντζη και Ανδρέα Στεφανή |
Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούσαν οι ξυλουργοί που ειδικεύονταν στις οικοδομικές εργασίες. Κατασκεύαζαν ξύλινες οροφές, σκάλες, πόρτες, παράθυρα και άλλα μέρη των οικοδομών η δραστηριότητα αυτών των τεχνιτών αποδεικνύει ότι η τέχνη του ξύλου επηρέαζε όχι μόνο τα αντικείμενα της καθημερινότητας αλλά και την ίδια τη μορφή των σπιτιών και των δημόσιων ή θρησκευτικών κτηρίων.
Η τέχνη του σιδηρουργού
Εξίσου σημαντική για την καθημερινή ζωή της κοινότητας ήταν η τέχνη του σιδηρουργού. Στο Ριζοκάρπασο ο σιδηρουργός ονομαζόταν και κωμοδρόμος, ενώ το εργαστήριό του ήταν γνωστό ως κωμοδρομειό. Εκεί το σίδερο θερμαινόταν στη φωτιά και, με επανειλημμένα χτυπήματα πάνω στο αμόνι, αποκτούσε το επιθυμητό σχήμα.
Το κωμοδρομειό ήταν ένας χώρος γεμάτος έντονους ήχους και εικόνες, η φωτιά, το φυσερό, το αμόνι, οι λαβίδες και τα βαριά σφυριά αποτελούσαν τα βασικά μέσα του σιδηρουργού. Η εργασία του απαιτούσε σωματική δύναμη, ακρίβεια και βαθιά γνώση της συμπεριφοράς του μετάλλου. Ο τεχνίτης έπρεπε να γνωρίζει πότε το σίδερο είχε αποκτήσει την κατάλληλη θερμοκρασία και πόσο μπορούσε να το επεξεργαστεί προτού κρυώσει.
Οι σιδηρουργοί κατασκεύαζαν και επισκεύαζαν εργαλεία απαραίτητα για τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους. Ανάμεσα στις δημιουργίες τους περιλαμβάνονταν σιδερένια αλακάτια, αλέτρια και εξαρτήματα αλετριών, υνιά, δρεπάνια, αξίνες, κασμάδες, μαχαίρια, ανοικτάρκα (κλειδαριές), βαώματα, τερτζέλλια (κρίκους) κάγκελα και καλίτσια (πέταλα) για τα ζώα, τσαππούρκα του παμπατζιού. Παράλληλα κατασκεύαζαν ακόμη μεταλλικά εξαρτήματα για κάρα, πόρτες, παράθυρα και διάφορες οικιακές ή αγροτικές εγκαταστάσεις. Ιδιαίτερες αναφορές έγινα και στους καπλαμάες με τους οποίους έδεναν τους τροχούς των καρρέττων.
Η συνεργασία του ξυλουργού με τον σιδηρουργό ήταν συχνά αναγκαία. Ένα κάρο, ένα αλέτρι ή ένα άλλο γεωργικό εργαλείο μπορούσε να αποτελείται τόσο από ξύλινα όσο και από μεταλλικά μέρη. Ο ξυλουργός διαμόρφωνε τον βασικό ξύλινο σκελετό, ενώ ο σιδηρουργός κατασκεύαζε τα σιδερένια εξαρτήματα που ενίσχυαν την κατασκευή και της επέτρεπαν να αντέχει στην καθημερινή χρήση. Οι δύο τέχνες λειτουργούσαν συμπληρωματικά και εξυπηρετούσαν από κοινού τις ανάγκες της αγροτικής οικονομίας.
Ανάμεσα στους γνωστούς κωμοδρόμους του Ριζοκαρπάσου αναφέρονται ο Λοΐζος Διαμαντής, ο Νικόλας Χονδρός, ο Νικόλας Κωμοδρόμος και ο Κωστής Χρυσοστόμου και ο Μικέλλης Παντελή. Τα εργαστήριά τους βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία της κοινότητας, μεταξύ άλλων στις ενορίες της Αγίας Τριάδας, του Λεκού και μερικοί στην Ανάβρυση. Ορισμένοι νεότεροι τεχνίτες μαθήτευσαν κοντά στους παλαιότερους και στη συνέχεια δημιούργησαν τα δικά τους κωμοδρομειά, συνεχίζοντας την τοπική παράδοση.
Όπως συνέβαινε και στην ξυλουργική έτσι και στη σιδηρουργία η γνώση μεταδιδόταν κυρίως μέσα στο εργαστήριο. Ο μαθητευόμενος άρχιζε με απλές βοηθητικές εργασίες, παρατηρούσε τον μάστορα και εξοικειωνόταν σταδιακά με τη φωτιά, τα εργαλεία και τις τεχνικές κατεργασίας του μετάλλου. Η ολοκλήρωση της μαθητείας του δεν πιστοποιούνταν με κάποιο επίσημο έγγραφο. Αποδεικνυόταν μέσα από την ποιότητα, την αντοχή και τη χρησιμότητα των αντικειμένων που μπορούσε πλέον να κατασκευάσει μόνος του.
Οι τεχνίτες ως μέρος της συλλογικής μνήμης
Οι ξυλουργοί και οι σιδηρουργοί του Ριζοκαρπάσου δεν ήταν απλώς επαγγελματίες που παρείχαν υπηρεσίες. Αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του χωριού. Τα εργαστήριά τους ήταν χώροι δημιουργίας, μαθητείας και καθημερινής συνάντησης. Οι κάτοικοι γνώριζαν τους τεχνίτες προσωπικά και απευθύνονταν σε αυτούς τόσο για την κατασκευή νέων αντικειμένων όσο και για την επισκευή των παλαιών.
Σε μια κοινωνία όπου τίποτε χρήσιμο δεν απορριπτόταν εύκολα, η επισκευή είχε ιδιαίτερη αξία. Ένα σπασμένο γεωργικό εργαλείο, ένα φθαρμένο κάρο, μια καρέκλα ή μια κλειδαριά επισκευάζονταν και επέστρεφαν στην καθημερινή χρήση. Η πρακτική αυτή φανερώνει έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης των υλικών αγαθών, βασισμένο στη διάρκεια, στην οικονομία και στον σεβασμό προς την εργασία του δημιουργού.
Μετά τα γεγονότα του 1974 και τον εκτοπισμό μεγάλου μέρους του πληθυσμού, η φυσική συνέχεια πολλών από αυτά τα εργαστήρια διακόπηκε, ο μόνος που συνέχισε να «εργάζεται» για περιορισμένο χρόνο ήταν ο μακαριστός Μικέλης Παντελή. Εργαλεία, κατασκευές και οικογενειακές επαγγελματικές παραδόσεις αποσυνδέθηκαν από τον τόπο στον οποίο είχαν δημιουργηθεί. Παρ’ όλα αυτά, η μνήμη των τεχνιτών εξακολουθεί να διατηρείται μέσα από τις αφηγήσεις των κατοίκων, τα οικογενειακά αρχεία και τα αντικείμενα που διασώθηκαν.
Η καταγραφή των ονομάτων, των εργαστηρίων και των τεχνικών τους αποτελεί σημαντικό μέρος της ιστορίας του Ριζοκαρπάσου. Παράλληλα, η συγκέντρωση προφορικών μαρτυριών, παλαιών φωτογραφιών, εργαλείων και σωζόμενων κατασκευών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πληρέστερου αρχείου για τις λαϊκές τέχνες της κοινότητας.
Οι ξυλουργοί και οι σιδηρουργοί άφησαν το αποτύπωμά τους στα σπίτια, στα χωράφια και στους δρόμους του Ριζοκαρπάσου. Τα έργα τους μπορεί να μην έφεραν πάντοτε την υπογραφή τους, έφεραν όμως τη γνώση, τη δεξιοτεχνία και το μεράκι τους. Μέσα από την ανάδειξη της ζωής και της εργασίας τους διασώζεται όχι μόνο η ιστορία δύο παραδοσιακών επαγγελμάτων, αλλά και ένα πολύτιμο κεφάλαιο της κοινωνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του Ριζοκαρπάσου.
| Κωμοδρόμοι |
|---|
| Λοίζος Διαμαντής |
| Νικόλας Χονδρού |
| Νικόλας Κωμοδρόμου (Κκολίν) |
| Κωστής Χρυσοστόμου |
| Πάσχας Παπαχριστοφόρου |
| Μικέλλης Παντελή |
| Πηγή: Προφορικές Μαρτυρίες Χριστάκη Αλεξάνδρου, Κώστα Ραουνά (Παπλά), Ανδρούλας Χατσιαναστάση, Ανδρέα Μέντζη και Ανδρέα Στεφανή |
Σημείωση: Το κείμενο βασίζεται σε προφορικές μαρτυρίες και σε δημοσιευμένες πληροφορίες του φιλολόγου Χρίστου Ν. Ταουσιάνη. Η καταγραφή δεν είναι εξαντλητική, καθώς είναι πιθανόν να υπήρξαν και άλλοι τεχνίτες, για τους οποίους δεν έχουν μέχρι σήμερα εντοπιστεί επαρκή στοιχεία.